CzechDutchEnglishFrenchGermanGreekItalianRussianSlovakSpanish

ΣΑΠΟΥΝΙ ΜΕ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ

 

σαπουνι απο ελαιολαδοΣτη χημεία σαπούνι (αρχ. ελλ. σάπων) ονομάζεται το άλας ενός λιπαρού οξέος, κορεσμένου ή ακόρεστου, που συνίσταται από αλυσίδα τουλάχιστον οκτώ ατόμων άνθρακα με μια βάση ή και μίγμα τέτοιων αλάτων.
Οι πρώτες καταγραφές στοιχείων για την παραγωγή υλικών που μοιάζουν με σαπούνι χρονολογούνται γύρω στο 2800 π.χ.

 

Tο σαπούνι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα στο νησί της Λέσβου. Σε εκείνο το νησί ελάμβαναν χώρα θυσίες ζώων προς τιμήν των θεών. Επειδή συχνά τα συγκεκριμένα ζώα αποτεφρώνονταν, στάχτες από σκληρό ξύλο συγκεντρώνονταν (μια πρώιμη πηγή αλκαλίων).

Περνώντας τα χρόνια, οι συγκεκριμένες στάχτες αναμειγνύονταν με τα υπολλείματα των θυσιαζόντων ζώων. Λέγεται πως μετά από μια δυνατή βροχή εμφανίσθηκε ένα κίτρινο περίσσευμα από το βουνό των σταχτών και βρήκε το δρόμο κάτω από το λόφο όπου βρισκόταν ο ναός. Οι ντόπιες γυναίκες, πλένοντας τα ρούχα τους στο τοπικό ποτάμι, πρόσεξαν ότι τα ρούχα τους ήταν καθαρότερα όταν το ποτάμι ήταν κιτρινωπό.

Η Ιστορία καταγράφει την ποιήτρια Σαπφώ η οποία έγραψε για εκείνες τις φορές που παρατηρήθηκε η δράση του κιτρινωπού υγρού και έτσι τιμώντας την δόθηκε ο όρος "Σαπωνοποίηση" -ο χημικός όρος που περιγράφει τη δημιουργία του σαπουνιού.