CzechDutchEnglishFrenchGermanGreekItalianRussianSlovakSpanish

ΑΜΥΓΔΑΛEΩΝΑΣ

 

σαπουνι απο ελαιολαδοΤα αμύγδαλα είναι ένας από τους πλέον θρεπτικούς καρπούς. Περιέχουν πρωτεΐνη 26%, λιπαρές ουσίες 60-70% και υδατάνθρακες 5-10%.

Τα γλυκά αμύγδαλα περιέχουν 54% έλαιο, 24% εμουλσίνη ή συναπτάζη (η οποία είναι λευκωματίνη διαλυτή), σάκχαρο 6%, κόμμι και κάποια παρεγχυματώδη ουσία.

Τα πικρά αμύγδαλα περιέχουν έλαιο 54-55% (το οποίο λαμβάνεται με έκθλιψη και έχει χρώμα κίτρινο διαφανές και λεπτόρρευστο).

 

Αμυγδαλιά κατάγεται από τη Μεσοποταμία, από όπου μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και στη συνέχεια στην Ιταλία τον 3ο αιώνα π.Χ. κατά τους χρόνους του Κάτωνος. Σε αρχαία κείμενα το δέντρο αναφέρεται ως αμυγδαλέα, αμυγδάλη, αμύγδαλος ο δέκαρπος.

Σε πολλά μέρη της ανατολής ήταν γνωστή με το όνομα Αθάσια, παραφθορά της Θασίας αμυγδαλής που τιμούσαν οι αρχαίοι. Οι Βυζαντινοί την ονόμαζαν Θάσια. Στη μεσαιωνική Ευρώπη προτιμούσαν τα αμύγδαλα φρέσκα και πράσινα για το «γάλα» τους, το οποίο ο κόσμος το χρησιμοποιούσε αντί για γάλα αγελάδας, για να ξεπεράσει τους περιορισμούς κατά τις περιόδους της Χριστιανικής νηστείας.
Ο Ιπποκράτης τα χρησιμοποιούσε και τα γλυκά και τα πικρά για θεραπευτικούς σκοπούς. Ο Διοσκουρίδης περιγράφει τον τρόπο παρασκευής του ελαίου και αναφέρει πως το χρησιμοποιούσαν ως φάρμακο και για την παραγωγή μύρου. Ο Θεόφραστος κάνει λόγο για τη χρήση της ρητίνης του δέντρου στη φαρμακευτική. Ο Αθηναίος ονομάζει ως τα καλύτερα τα αμύγδαλα της Νάξου, ενώ ο Φρύνιχος τα συνιστούσε ως ωφέλιμα για τον βήχα. Ο Διοκλής ο Καρύστιος τα συνιστούσε ως ευκοίλια και θερμαντικά τρόφιμα.

Οι αρχαίοι γνώριζαν τη δηλητηριώδη δύναμη των πικρών αμυγδάλων και τα χρησιμοποιούσαν, όπως αναφέρει ο Διοσκουρίδης για να δηλητηριάζουν θανατηφόρα τις αλεπούδες.